Μικρό σημείωμα για έναν μεγάλο της Κύπρου και του κόσμου
Άννα Τενέζη · Περιοδικό Διόραμα · Τεύχος 62 · Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2025.
Από τότε που τον γνώρισα, 4/9/2025, στα πλαίσια των τριήμερων εορτασμών για τα 100 χρόνια από τη γέννηση ενός άλλου μεγάλου Έλληνα συνθέτη, του Μίκη Θεοδωράκη, από την Κυπριακή Ακαδημία Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών και του Πανεπιστημίου Λεμεσού, με τη στήριξη του Δήμου Λεμεσού, γνώρισα τι θα πει ευτυχία!
Ξυπνώ κάθε πρωί και είμαι ευτυχισμένη, που αυτός ο άνθρωπος «υπάρχει» στη ζωή μου, που ο Θεός τον έφερε κοντά μου ή, καλύτερα, με οδήγησε κοντά του.
Τον πρωτογνώρισα από τη σπουδαία εκπομπή του ΡΙΚ Προσωπογραφίες της Μαρίας Αγγελίδου και άρχισα να ενδιαφέρομαι να μάθω περισσότερα, άκουσα τη μουσική του και αναζήτησα ό,τι μπορούσα να βρω στο YouTube.
Εκείνο το βράδυ στη Λεμεσό, έχοντας κουραστεί από δικά μου γραψίματα, ταλαντευόμουν αν θα πήγαινα στην εκδήλωση, αλλά, παρά τις καθυστερήσεις μου πήγα και άνοιξαν οι ουρανοί! Αυτό το μικρό βήμα με έφερε κοντά του και μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω έναν άνθρωπο, μοναδικό στον κόσμο! Ναι, ξέρω θα μου πείτε ότι όλοι είμαστε μοναδικοί και ανεπανάληπτοι. Αλλά η μοναδικότητα του καθενός βαραίνει διαφορετικά! Έχοντας πλήρη αντίληψη της μικρότητάς μου, χαίρομαι να γνωρίζω και να αναγνωρίζω τη σημαντική μοναδικότητα κάποιου πραγματικά μοναδικού, πραγματικά μεγάλου.
Από τότε που τον γνώρισα λοιπόν είμαι καθημερινά συγκινημένη. Σηκώνομαι το πρωί και αναπέμπω ευχαριστία για τη μεγάλη τύχη να έρθω σε επαφή και να αγγιχτώ από την ταπεινή μεγαλοσύνη του, όπως οι πιστοί του Χριστού ένιωθαν να τους μεταγγίζεται το ταπεινό μεγαλείο του και μόνο από το άγγιγμα του ιματίου του. Μου έκανε την τιμή να μου παραχωρήσει μια δίωρη συνάντηση, που ήταν όλη δική μας. Το βλέμμα του δε ξεγλίστρησε ούτε στιγμή στα πέριξ. Απαντούσε στις διεισδυτικές ερωτήσεις μου με χαρά, όπως κάνει σε κάθε του συνέντευξη, άσχετα από το πόσο αξιόλογος είναι ο δημοσιογράφος, που του υποβάλλει τις ερωτήσεις.
Απαντά με τη χαρά του παιδιού που επινόησε και δημιούργησε ένα παιχνιδάκι ολότελα δικό του, πρωτότυπο, λειτουργικό και τέτοιο, που μόνο χαρά μπορεί να μεταδίδει, προς χρήση όλων!
Με την ίδια χαρά και προθυμία μου απαντούσε στις ερωτήσεις μου, που τις έθετα προσπαθώντας να καταλάβω, να λύσω το μυστήριο, που παραδεχτήκαμε και οι δύο ότι δεν πρόκειται να λυθεί, καθότι ξέρουμε πολύ καλά ότι το μυστήριο δε λύνεται! Αλλιώς, δε θα ήταν τέτοιο. Παρ’ όλα αυτά, επέμενα να θέτω ερωτήματα, τα οποία και πάλι ευχαρίστως απαντούσε, μέχρι που το πήρα απόφαση ότι το ζητούμενό μου δεν μπορεί από τη φύση του να ικανοποιηθεί και αποφάσισα να αποτραβηχτώ λιγάκι. Ωστόσο, ο απόηχος της ευτυχίας παραμένει!
Από την ημέρα που τον γνώρισα, κλαίω καθημερινά. Από χαρά, από πληρότητα, από ευγνωμοσύνη, από θαυμασμό, από κάτι βαθύτερο που δεν ξέρω πώς να το ανασύρω και πώς να το ονομάσω, αλλά και για όλες τις απώλειες της ζωής μου και των ανθρώπων όλων γενικότερα.
Πώς είναι δυνατό, αναρωτιέμαι, ένα τέτοιο πνεύμα να έχει γεννηθεί στην Κύπρο κι εμείς να το αγνοούμε! Πώς είναι δυνατό να είναι ανάμεσά μας, να αναγνωρίζεται ανά το παγκόσμιο κι εμείς να είμαστε τόσο μικροί, που να μην μπορούμε να σηκώσουμε το βλέμμα να το αντικρίσουμε, πόσο μάλλον να αρθούμε στο ύψος του και να γευτούμε λίγο από τη μεγαλοσύνη αυτού, που αύριο θα βρίσκεται στη σειρά των μεγάλων μουσουργών, των μεγάλων δημιουργών, των μεγάλων πνευμάτων της ανθρωπότητας, που θα αναγνωρίζεται – όπως ήδη συμβαίνει ανά το παγκόσμιο – 40 και πλέον βραβεύσεις, τιμητικές διακρίσεις, ρεκόρ Guinness κ.λπ. – θα αναγνωρίζεται ως ο ανανεωτής της συμφωνικής μουσικής, ο εμπλουτιστής της, αυτός που διαπλάτυνε τα όριά της, που την έφερε στις αρένες και στο πλατύ κοινό, πώς είναι δυνατό λοιπόν σχεδόν να αγνοείται από τους συμπατριώτες του και κυρίως από τους νέους, ένας νέος άνθρωπος, με φρέσκες ιδέες και πρακτικές, με νέους όρους και εφαρμογές, που δίνουν ένα αποτέλεσμα πολλαπλής απόλαυσης της συνθετικής μουσικής!
Ευγνωμονώ τους γονείς μου, που φτωχοί άνθρωποι, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που ποτέ δεν μπόρεσαν να σηκώσουν κεφάλι από τα απανωτά χτυπήματα της ζωής, μας έμαθαν ωστόσο να αγαπούμε το Καλό, το Σωστό, το Ωραίο, το Δίκαιο και την Αλήθεια και να μένουμε σταθεροί στις αξίες μας.
Μας έμαθαν να αγαπούμε τη μουσική, έστω κι αν ο πατέρας μου, ξεκινώντας δειλά να παίζει μαντολίνο από μόνος του, πέρασε στη μαντόλα κι από κει στο μπουζούκι, που το αγάπησε και το υπηρέτησε εφ’ όρου ζωής και ήταν η παρηγοριά του στη μεγάλη μοναξιά, στην οποία τον καταδικάσαμε τα τρία παιδιά του, φεύγοντας όλοι από κοντά του για Θεσσαλονίκη και Κύπρο.
Η δε μητέρα μου, τραγουδούσε πολύ ωραία και χαίρονταν όλοι να την ακούν. «Όταν τραγουδάει η Κατίνα, ακούγεται σε εφτά γειτονιές», έλεγαν. Και ήταν ο τρόπος της να βγάζει τον καημό από μέσα της και να εκτοπίζει τα χίλια κατακάθια από τα βάσανα που της επιδαψίλευσε ο Θεός. Έκαμναν ντουέτο και ήταν ένας άλλος τρόπος, για να δείξουν την αγάπη τους ως το τέλος της ζωής της μητέρας μου, που ήρθε στα μόλις σαράντα εννέα χρόνια της, με τον πατέρα μου – λεβεντάνθρωπος πενηντάρης – να την τιμά ως την δικιά του εκδημία στα εβδομήντα τόσα του!
Στη μνήμη λοιπόν των γονιών μου γράφω αυτό το σημείωμα για τον άνθρωπο, που με δόνησε σύγκορμα με τη μουσική και τα επιτεύγματά του. Και το όνομα αυτού Μάριος Ιωάννου Ηλία. Γέννημα της Κύπρου προς όφελος και τέρψη όλης της ανθρωπότητας!